Μια εικόνα, πεντακόσιες λέξεις

ΕΙΔΑ ΝΑ ΠΕΡΙΦΕΡΕΤΑΙ (με τη συνοδεία καυστικών σχολίων του τύπου «η σύγχρονη παθολογία της χώρας σε μια εικόνα») μια φωτογραφία όπου απεικονίζεται ο Λάκης Λαζόπουλος πλάι στον Αχιλλέα Μπέο – χαμογελαστοί (και εμφανώς αδυνατισμένοι) αμφότεροι, με αυτό το επαγγελματικό μειδίαμα που συνοδεύει τα εθιμοτυπικά ενσταντανέ μετά την ολοκλήρωση μιας συνάντησης ή την επίτευξη μιας συμφωνίας.

Η φωτογραφία προέρχεται από τη συνάντηση των δύο ανδρών που συνέβη πριν από μερικές μέρες στο δημαρχείο του Βόλου και σύμφωνα με το σχετικό ρεπορτάζ έγινε «στο πλαίσιο των επαφών που είχε ο κ. Λαζόπουλος σε Λάρισα και Βόλο με στόχο τη συνεργασία των δήμων με τη νέα του δραματική σχολή, στην οποία θα είναι καλλιτεχνικός διευθυντής, αλλά και την οργάνωση μιας σειράς εκδηλώσεων για τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση στο πλαίσιο του «Ελλάδα 2021″». (Ωχ Θεέ μου, έχουμε κι αυτό σε λίγο καιρό, δεν μας έφταναν όλα τα άλλα…)

Μοιάζουν με αμφιλεγόμενους πρωτοδεύτερους χαρακτήρες, κρίσιμους όμως για την πλοκή μιας αφήγησης που ξεκινά από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 περίπου και φτάνει ως τις μέρες μας.

Παρότι η σημειολογία της εικόνας προκαλεί ιλιγγιώδεις και πολλαπλώς μελαγχολικούς συνειρμούς, δεν είναι τόσο ότι αυτό το «παράταιρο» (πλην όμως περιέργως ταιριαστό) ντουέτο αντιπροσωπεύει ακριβώς μια ενδημική «παθολογία» προσώπων και θεσμών. Υπάρχουν άπειρες εικόνες και άπειροι συνδυασμοί επωνύμων που θα μπορούσαν να στηρίξουν ανάλογες αντιδράσεις (εκτός από τις άλλες κοπώσεις που μας ταλανίζουν, υποφέρουμε πλέον και από μια σημειολογική εξάντληση από τη στιγμή που κάθε δεύτερο στιγμιότυπο μοιάζει να μας επιτίθεται, πάνω στο ακατάσχετο σκρολάρισμα της επικαιρότητας). Άλλωστε, τη δουλειά τους εμφανίζονται να κάνουν οι άνθρωποι, το τι συναισθήματα προκαλεί στον ταλαιπωρημένο πολίτη η συγκεκριμένη εικόνα είναι άλλο ζήτημα.

Προσωπικά, η αντανακλαστική μου αντίδραση στη φωτογραφία ήταν ένας συγκαταβατικός αναστεναγμός με ολίγη απελπισία. Τελειώνει το (επάρατο) 2020 κι ακόμα φαίνεται να κυριαρχεί στα πράγματα (από τον «πολιτισμό» και το θέαμα μέχρι το ποδόσφαιρο και τα «αυτοδιοικητικά») ο ίδιος αμφιλεγόμενος θίασος που στοιχειώνει όλη μου τη ζωή, από την εφηβεία και μετά.

Όχι ότι αυτές οι δύο προσωπικότητες χωριστά εκπροσωπούν το ίδιο πράγμα. Μαζί όμως είναι σαν να καγχάζουν (με την αυτοπεποίθηση, μάλιστα, των αυτοδημιούργητων που πέτυχαν με τους δικούς τους όρους) και λίγο εις βάρος μας, σαν να μεταδίδουν τη μοιρολατρική συνειδητοποίηση ότι είναι πια αργά, ότι δεν έχει πια νόημα να ασχολείται κανείς. Κοινά στοιχεία υπάρχουν φυσικά. Και οι δύο με τον τρόπο τους εκμεταλλεύτηκαν στην προσωπική τους καριέρα την έντονη διάθεση απαξίωσης του «καθεστωτικού» πολιτικού προσωπικού. Και οι δύο επίσης ανήκουν σε μια κλειστή λέσχη ανθρώπων που έχουν δει και έχουν ακούσει πράγματα –σε πριβέ συναθροίσεις, σε exclusive καταστάσεις, σε μυστικές συμφωνίες– που εμείς να υποθέσουμε ή να φανταστούμε μπορούμε μόνο.

Μοιάζουν με αμφιλεγόμενους πρωτοδεύτερους χαρακτήρες, κρίσιμους όμως για την πλοκή μιας αφήγησης που ξεκινά από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 περίπου και φτάνει ως τις μέρες μας. Ανάμεσά τους –είτε ως κεντρικοί ρόλοι είτε ως special guests– ένα πλήθος επιφανών προσωπικοτήτων της δημόσιας ζωής, από την Αλίκη Βουγιουκλάκη ως τον Αλέξη Κούγια. Και τώρα που συναντήθηκαν, τη δεδομένη χρονική στιγμή, είναι σαν να κλείνει ή σαν να σφραγίζεται ένας φαύλος κύκλος.

Σχετικά